Μικρός πήγαινα τα καλοκαίρια στον Γρανίτη. Ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα και κανένα 20λεπτο από την πόλη. Είχε (και έχει) σπίτι ο θείος μου, αδερφός της μητέρας. Δεν θα ξεχάσω την επαφή με τη φύση που είχε κάτι το τελείως διαφορετικό (θαρρείς «απόκοσμο») σε τόσο μικρή απόσταση χρονική και χιλιομετρική από το κλασικό και κρύο διαμέρισμα της πόλης.
Το σπίτι ήταν διώροφο με υπόγειο, κοντά στο κέντρο και αρκετά ψηλά του μικρού χωριού, με ξύλινα πατώματα και κουφώματα και φυσικά(…) ένα μεγάλο τζάκι στο ισόγειο. Μεγάλη αυλή, κυρίως από την πίσω μεριά του σπιτιού με χώρο για ζαρζαβατικά, αποθηκευτικούς χώρους για τα ξύλα το τζακιού και αρκετούς χώρους για κρυφτό ή κυνηγητό. …Χωριό με την ωραία εικόνα που έχει ο καθένας μας.
Δεν θα ξεχάσω…
Τις εξερευνήσεις στο δάσος όπου πηγαίναμε συνήθως με τον Παναγιώτη. Τι βρίσκαμε; Χμ… ένα λεπτό να ανακαλέσω ντέιτας: Σκορπιούς ζωντανούς κάτω από πέτρες, σε συγκεκριμένο σημείο που ξέραμε ότι είχε μπόλικους, τους οποίους πιάναμε με ξυλάκια. Δεν θυμάμαι να με τσίμπησαν ποτέ. Θυμάμαι το αντίδοτο που φτιάχναμε (λειτούργησε ποτέ, δεν ξέρω) ρίχνοντάς τους μέσα σε μπουκάλια με οινόπνευμα για να φύγει το δηλητήριο (νομίζω, δεν παίρνω και όρκο). Σπασμένα, αλλά και ολόκληρα αυγά χελώνας που είχαν θάψει στην άμμο, κοντά σε ζεστά ή σε ανοιχτά μέρη για να τα βλέπει ο ήλιος ώστε να εκκολαφτούν. Μανιτάρια διαφόρων σχεδίων και χρωμάτων, κολλημένα στα δέντρα ή στις ρίζες αυτών. Λιμνούλες με διάφορα ζουζούνια και αράχνες που φτιάχνανε φωλιές μέσα στο νερό, με την τεχνική του δύτη. Κρυμμένα πυροβολητήρια με ωτοασπίδες και κασόνια με όπλα που φρόντιζαν φαντάζομαι τα φανταράκια της περιοχής. Παράξενες και τεράστιες πεταλούδες, σαν τις «βασίλισσες» με χρώματα και σχέδια για κάδρο. Πόσες σκοτώσαμε δεν θυμάμαι, αλλά δεν με χαροποιεί πια το γεγονός είναι αλήθεια. Τους μπάμπουρες ή χρυσόμυγες τις λένε κάποιοι, αν και δεν ταιριάζει στο μέγεθος τους, που πιάναμε και τους δέναμε με κλωστή, ακριβώς κάτω από το λαιμό και πάνω από το σώμα τους, εκεί στην ειδική εσοχή για αυτόν το σκοπό (…) για να πετάνε στον ουρανό και να τους βλέπουμε μέχρι να χαθούν στον ορίζοντα.
Δεν θα ξεχάσω…
Το παγωμένο νερό, που το πρωί δεν ήθελες με τίποτα να σε ακουμπήσει, νόμιζα ότι θα έμενα στήλη πάγου σε κλάσματα. Την μυρωδιά του καμένου ξύλου που τσιρτσιρίζει στο τζάκι και που ενίοτε ήταν η αρχή για ένα ζουμερό και πεντανόστιμο τσιμπούσι. Το κρύο κάθε βράδυ που μεταμόρφωνε το πάπλωμα ή τη βελέντζα σε απαραίτητο συνοδευτικό αντικείμενο ύπνου και μένα κάτω από αυτό ακίνητος, μπας και μπει ελάχιστος αέρας και παγώσω. Τη "μεγάλη" μας ξαδέρφη, τη Σίλη, που ζωγράφιζε πρόσωπα σε καμβά και καμιά φορά γρατζουνούσε την κιθάρα της με παρέα ή και όχι...
Μερικά πράγματα και εικόνες και μυρωδιές και συναισθήματα μένουν για πάντα τυπωμένα στους καταχωρητές του μυαλού μας (heart registers – oh my god!).
Να ‘στε καλά όλοι οι συμμετέχοντες σ’ αυτές τις εικόνες… :-)

